You are here: ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ > ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Η ιστορία πίσω από το «1944» του Γεράσιμου-Νικόλαου Μπουγά
6/21/2016 2:11:48 PM by SuperUser Account

Όπως είναι γνωστό το τραγούδι «1944», που εκπροσώπησε την Ουκρανία στη φετινή EUROVISION, ήταν εκείνο που την τελευταία στιγμή κατόρθωσε να κατακτήσει την πρώτη θέση, υποστηριζόμενο κυρίως από την ψήφο του κοινού.

Το τραγούδι αυτό, που ήταν ένας θρήνος για τους κυνηγημένους Τάταρους και η ιστορία της «ξεριζωμένης» προγιαγιάς της τραγουδίστριας (η οποία ήταν η ίδια που έγραψε και τους σχετικούς στίχους), από την Κριμαία, προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και δυσαρέσκεια, κυρίως από τη Ρωσική Ομοσπονδία, η οποία μίλησε για πολιτική νίκη και όχι για νίκη της τέχνης, επισημαίνοντας ταυτόχρονα τον προδοτικό ρόλο των προγόνων της ερμηνεύτριας κατά την περίοδο της Ναζιστικής Κατοχής.

Πριν, όμως, καταλήξουμε και εμείς σε κάποιο αυθαίρετο συμπέρασμα, θα ήταν εξαιρετικά διαφωτιστικό να θυμηθούμε την ιστορική πορεία των Τατάρων για να κατανοήσουμε καλύτερα και το ρόλο αυτών.

Οι Τάταροι, έλκουν την ιστορική καταγωγή τους από τη Χρυσή Ορδή, ένα κράτος που προέκυψε από τη διάσπαση της Μογγολικής Αυτοκρατορίας (1294) και προήλθε από την ανάμιξη των Μογγόλων του Καζακστάν με τους Τούρκους του Καυκάσου και τους Βούλγαρους του Βόλγα.

Η Χρυσή Ορδή, έμεινε ενωμένη μέχρι το 1440, οπότε διασπάστηκε σε μικρότερες ταταρικές οντότητες, τα Χανάτα. Τον επόμενο αιώνα (16ο), όλα τα Ταταρικά Χανάτα καταλύθηκαν από τους Ρώσους, πλην αυτού της Κριμαίας, κυρίως χάρη στην υποστήριξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία το χρησιμοποιούσε για ανάσχεση της ρωσικής επέκτασης στη Μαύρη Θάλασσα.

Όμως και το Χανάτο της Κριμαίας δεν μπόρεσε να επιβιώσει, είτε αυτόνομα, είτε υπό την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πέραν του 1873 και τούτο επειδή η τσαρίνα Μεγάλη Αικατερίνη, θέλοντας να επεκτείνει την αυτοκρατορία της προς το Νότο και να αποκτήσει λιμάνι στη Μαύρη Θάλασσα, με όλα τα στρατηγικά πλεονεκτήματα αυτής της επέκτασης, κατέλαβε την Κριμαία, την οποία εποίκησε με Ρώσους γεωργούς και κτηνοτρόφους. Το γεγονός αυτό, και αργότερα (1853-1856) ο πόλεμος της Κριμαίας μεταξύ της Ρωσικής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στον οποίο ενεπλάκησαν η Αγγλία, η Γαλλία και το Βασίλειο της Σαρδηνίας, ανάγκασε χιλιάδες Τάταρους να διαφύγουν προς την Τουρκία, και έτσι το κυρίαρχο στην περιοχή ταταρικό στοιχείο να καταστεί με την πάροδο του χρόνου μειονότητα.

Εδώ, πρέπει να αναφερθεί ότι μετά το 16ο αιώνα, οι Ρώσοι αξιοποίησαν τους Τάταρους, οι οποίοι μαζί με τους Κοζάκους αποτελούσαν τα δύο μη ρωσικά επίλεκτα σώματα του τσαρικού στρατού, και ότι μερικοί εξ αυτών έγιναν μέλη της παραδοσιακής αριστοκρατίας (βογιάροι) . Ένας μάλιστα, ταταρικής καταγωγής, ο Μπορίς Γκοντουνόβ, κατόρθωσε να φθάσει μέχρι το ύπατο αξίωμα του Τσάρου του Ρωσικού Βασιλείου το 1598.

Μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης (25 Οκτωβρίου 1917) ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος στη Ρωσία από αντιτιθέμενες δυνάμεις στο κομμουνιστικό καθεστώς των Μπολσεβίκων. Οι μεγάλες δυνάμεις βρήκαν τότε την ευκαιρία να επέμβουν στο πλευρό των αντεπαναστατών. Μάλιστα, και η Ελλάδα, με προτροπή της Γαλλίας, συμμετείχε στην επέμβαση αυτή με ένα σώμα στρατού, που πήρε μέρος σε μάχες, όχι μόνο στην ηπειρωτική Ουκρανία, αλλά και στην Κριμαία. Η περιοχή άλλαξε πολλές φορές χέρια μεταξύ «Κόκκινων» και «Λευκών», μέχρι την οριστική επικράτηση των Μπολσεβίκων το 1921, οπότε και ονομάστηκε Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Κριμαίας. Οι Τάταροι, όμως, της Κριμαίας ποτέ δεν εναρμονίστηκαν με το πολιτικό σύστημα του κομμουνιστικού καθεστώτος. Διεκδικούσαν τη ανεξαρτησία τους, αντιστέκονταν στον «αθεϊσμό» και διατηρούσαν την οικογενειοκρατία, είχαν δε κατορθώσει, μέχρι την επικράτηση του Σταλίν, να ζουν σχετικά αυτόνομα.

Όμως, στη δεκαετία του 1920 τα πράγματα αλλάζουν. Η αυταρχικότητα του Στάλιν δεν αστειεύεται. Η γη, η σοδειά, τα ζώα, κρατικοποιούνται. Η βίαιη εκβιομηχάνιση της περιοχής -μια συνειδητοποιημένη πολιτική πράξη- επιφέρει μία τρομακτική ανατροπή στις δομές της κοινωνικής και παραγωγικής-οικονομικής ζωής της Κριμαίας και ταυτόχρονα ολόκληρης της Ουκρανίας, προκαλώντας μια μαζική φυσική εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων με τεχνητό λιμό, γνωστής ως «Γενοκτονία του Γολοντομόρ». Βέβαια, για τα χρόνια της Σταλινικής επικράτησης η ιστορία ήταν μόνο γνωστή σε όσους την έζησαν και που φυσικά δεν τόλμησαν να μιλήσουν ή να γράψουν για αυτήν.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και συγκεκριμένα από τις αρχές του 1942, η χερσόνησος της Κριμαίας είχε περιέλθει στην κυριαρχία των Ναζί. Στην κεραυνοβόλα επέλαση των γερμανικών στρατευμάτων πολλές πόλεις αντιστάθηκαν ηρωικά, όπως η Σεβαστούπολη, που «κράτησε» από τον Οκτώβριο του 1941 έως τον Ιούλιο του 1942, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό του ντόπιου πληθυσμού ή εκτελέστηκε ή απεστάλλη σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία.

Η εκδικητή διάθεση προς τους Ρώσους «κατακτητές» και το όραμα, ενός σημαντικού αριθμού εθνικιστών Τατάρων (υπολογίζονται στις 20.000, σε αντίθεση με τους 630 που εντάχθηκαν σε παρτιζάνικες ομάδες), για τη δημιουργία μίας νέας Πατρίδας με τη βίαιη απόσπαση –αυτονόμηση της Κριμαίας από τη Σοβιετική Ένωση και με τη συνδρομή των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων κατοχής, οδήγησαν αυτούς στο να συμμαχήσουν με τον κατακτητή και να συνεργαστούν ενεργά με τις γερμανικές – ναζιστικές Αρχές, είτε πολεμώντας στο πλευρό των Ναζί, είτε δημιουργώντας μονάδες «αυτοάμυνας» και «τάγματα τιμωρίας» που επιδόθηκαν στην κατάπνιξη του αντάρτικου ή στη δολοφονία Ρώσων, ιδίως αξιωματούχων.

Όταν όμως ο Κόκκινος Στρατός επανέκτησε τον έλεγχο της περιοχής, η Κρατική Επιτροπή Άμυνας, με το Άκρως Απόρρητο έγγραφό της (11 Μαΐου 1944) εξέδωσε την αριθμ.5859 απόφαση: «Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα που παρατάθηκαν παραπάνω, η Κρατική Επιτροπή Άμυνας αποφασίζει πως: Όλοι οι Τάταροι πρέπει να φύγουν από την περιοχή της Κριμαίας και να μετεγκατασταθούν μόνιμα ως ειδικοί μέτοικοι στις περιοχές της Ουζμπεκικής Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Η μετεγκατάσταση θα ανατεθεί στη Σοβιετική NKVD (Δημόσια και Μυστική Αστυνομία) και θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 1η Ιουνίου 1944». Η μετοίκηση ξεκίνησε στις 18 Μαΐου του 1944 και συνολικά περίπου 140.000 Τάταροι μεταφέρθηκαν στο Ουζμπεκιστάν.

Από το 1967, αρχίζει η σταδιακή επιστροφή Τατάρων προς την Κριμαία, ο αριθμός όμως των οποίων δεν ξεπέρασε μέχρι σήμερα το 10– 12% του συνολικού πληθυσμού της Χερσονήσου.

Μετά τη σύντομη αυτή ιστορική διαδρομή για τους Τάταρους, συμπερασματικά μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής: α. Δεν χωρά αμφιβολία ότι ένας σημαντικός αριθμός Τατάρων της Κριμαίας συμμάχησε κατά τη διάρκεια του πολέμου με τις ναζιστικές στρατιωτικές δυνάμεις και κατά την περίοδο της κατοχής συνεργάστηκε με τον κατακτητή. β. Μετά τη λήξη του πολέμου και την επανάκτηση της Κριμαίας, η Κρατική Επιτροπή Άμυνας των Ενωμένων Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών διέταξε τη μετεγκατάσταση όλων των Τατάρων της περιοχής στο Ουζμπεκιστάν. Παρ’ όλο που γίνονται αντιληπτοί οι λόγοι εκείνης της απόφασης (εσωτερική ασφάλεια, εθνικό συμφέρον), δεν μπορεί να μας διαφεύγει ότι η πράξη της γενικευμένης υποχρεωτικής μετοίκησης από τη γενέθλια γη αποτελεί απάνθρωπο διοικητικό μέτρο, το οποίο καθίσταται και άδικο όταν αποτελεί τιμωρητική πράξη επί του συνόλου ενός πληθυσμού . γ. Οι κραυγές και η γενίκευση περί «συνολικής συνεργασίας με τον εχθρό» και «συνολικής ευθύνης» εξ αιτία πράξεων ατόμων ή ομάδων, αποτελούν γκεμπελίστικη μέθοδο ολοκληρωτικών καθεστώτων και δεν συνδέονται με την ιστορική αλήθεια. Και ας μη λησμονούμε, ότι κάτω από τη Ναζιστική Κατοχή, κανένα έθνος δεν μπόρεσε να διαφύγει του προαναφερθέντος αμαρτήματος, δηλαδή ένα μικρό ή μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του να μη συμμαχήσει ή να μη συνεργαστεί με τον κατακτητή, είτε συμμετέχοντας αυθορμήτως, είτε υπό την απειλή όπλων.

Τελειώνοντας, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η Ιστορία δεν παραχαράσσεται, έστω και αν γράφεται από τους νικητές. Τα τεκταινόμενα πρέπει με ψυχραιμία να επανεκτιμώνται εάν ζητούμε την αλήθεια στις περιπετειώδες διαδρομές.